Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Κωνστανίνος Κούμας και οι Έλληνες μέσα από το έργο του.

Ο σπουδαίος Έλληνας διαφωτιστής, ιστορικός και επιστήμονας - ερευνητής, Κωνσταντίνος Κούμας, γεννήθηκε το 1777 στη Λάρισα και πέθανε το 1836 στην Τεργέστη. Γόνος εύπορης οικογένειας γουναράδων, μαθήτευσε κοντά στον σοφό διδάσκαλο του Τυρνάβου, Ιωάννη Πέζαρο και στο γιατρό και μαθηματικό Σπυρίδωνα Ασάνη στα Αμπελάκια. Η διδακτική του σταδιοδρομία άρχισε το 1798 στο Ελληνικό Σχολείο της Λάρισας και συνεχίσθηκε στο σχολείο της Τσαριτσάνης και στα Αμπελάκια. Το 1804, έπειτα από πρόσκληση του Άνθιμου Γαζή, μεταβαίνει στη Βιέννη, όπου σε ένα κλίμα κοσμοπολιτικό και με την ελληνική παροικία να αριθμεί 4,000 Έλληνες, εργάζεται και εκδίδει το συγγραφικό του έργο. Το 1809 αποφασίζει να μεταβεί στη Σμύρνη, στο κέντρο του Ελληνισμού, και σε συνεργασία με τον λόγιο Κωνσταντίνο Οικονόμου, διδάσκει στη Δημόσια Σχολή Σμύρνης, η οποία τον Σεπτέμβριο του 1810 μετονομάζεται σε Φιλολογικό Γυμνάσιο. Ο Κούμας ήταν θιασώτης και συνεργάτης του Αδαμάντιου Κοραή, ο οποίος του συμπαραστάθηκε στην υπόθεση της εξεύρεσης των οικονομικών πόρων για τη συνέχιση της λειτουργίας της Σχολής της Σμύρνης. Ο Κούμας έκανε εράνους μεταξύ των ομογενών για να στηρίξουν την παιδεία του Γένους. Η φήμη του ήταν τόσο μεγάλη που ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Ζ' τον κάλεσε να διευθύνει τη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Το 1817 επιστρέφει στη Βιέννη για να εκδώσει τα συγγράματά του προς χρήση των μαθητών του στη Σμύρνη. Το 1819 ανακηρύχθηκε διδάκτορας της Φιλοσοφίας και Καλών Τεχνών του πανεπιστημίου της Λειψίας και αντεπιστέλλον μέλος των Ακαδημιών του Μονάχου και του Βερολίνου. Η έκρηξη της ελληνικής Επανάστασης τον βρίσκει στη Βιέννη, όπου και συλλαμβάνεται για τη συμμετοχή του στη Φιλική Εταιρεία και δημεύεται η περιουσία του. Κατορθώνει πάντως να εκδόσει στα 1830 - 1832 το βασικό του πολύτομο έργο: Ιστορία των ανθρωπίνων πράξεων από των αρχαιοτάτων χρόνων ως το 1831. Τελικός του προορισμός είναι η Τεργέστη, όπου το 1835 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του εκεί Ελληνικού Σχολείου. Παρά τις επανειλημμένες προσκλήσεις για να διδάξει στην Ελλάδα, λόγω της εύθραστης υγείας του, παρέμεινε στην Τεργέστη, όπου και απεβίωσε το 1836. 






Ο Κωνσταντίνος Κούμας διαμόρφωσε το ρεύμα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού με το πολυσχιδές έργο του. Η ελληνική γλώσσα λειτουργούσε στον βαλκανικό και υπό οθωμανική κυριαρχία χώρο, ως οχηματική γλώσσα (langue vehiculaire), ως γλώσσα του εμπορίου, ως lingua franca και ως γλώσσα της παιδείας, ιδίως σε μερικές εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, δηλαδή τη Μολδαβία και τη Βλαχία. Η ελληνική γλώσσα επέδρασε σε ένα ευρύτατο γεωγραφικό χώρο και συμπεριέλαβε στους κόλπους της Ελληνες και εξελληνισμένους λογίους. Υπήρχαν φυσικά πυρήνες παιδείας στις ελληνικές παροικίες της Κεντρικής Ευρώπης, της Νότιας Ρωσίας (Οδησσός) και της Δυτικής Ευρώπης (Βενετία, Βιέννη, Παρίσι κ.ά.) 




Στην Επαναστατική περίοδο του 1821 - 1830, αλλά και πριν από αυτήν, το διαφωτιστικό ρεύμα ολοκληρώνει την καμπύλη του. Αυτή η φάση είναι η πιο δυναμική καθώς συμπλέκεται με την ιδεολογική προετοιμασία του Αγώνα. Ο στόχος είναι ο φωτισμός του Γένους που θα οδηγήσει στην εθνική αφύπνιση και απελευθέρωση. Το κολοσσιαίο έργο του Αδαμάντιου Κοραή αποτελεί μαρτυρία για τη διασύνδεση της παιδείας με την πολιτική ελευθερία και την εθνική παλιγγενεσία. 

Ο Κ. Κούμας στον δωδέκατο τόμο του έργου του Ιστορίαι των Ανθρωπίνων Πράξεων, αναλύει τα ιστορικά γεγονότα και κάνει κριτικές παρατηρήσεις για το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα της εποχής του. Αναφέρει χαρακτηριστικά για την πολιτική οργάνωση της Μολδοβλαχίας, ότι ο κυβερνήτης ονομάζεται Βοϊβόδας ή Οσποδάρος ή Αυθέντης ή Ηγεμόνας. Οι κάτοικοι της περιοχής διαιρούνται σε δύο κλάσεις: "σε δεσπότας και ανδράποδα. Μέσον δεν εμφιλοχωρεί.  Οι δεσπόται κατοικούσι τας πρωτευούσας πόλεις Βουκουρέστιον και Ιάσιον. Τα ανδράποδα καλλιεργούσι τας καρποφορωτάτους χώρας, των οποίων δεν έχουσιν άλλο κέρδος, ειμή μαμαλίγκας δια τροφήν των, και ράκη δια να σκεπάζωσι την γύμνωσίν των και ελεεινάς καλύβας ή τρύπας, όπου ενδιαιτώνται ως Τρωγλοδύται, ενώ οι δεσπόται των ζώσι με Σαρδαναπαλικήν τρυφήν και Ασιανήν πολυτέλεια. Από τας αρχάς της ιη' εκατονταετηρίδος αφωσιώθησαν αι επαρχίαι αύται εις τους Φαναριώτας της Κωνσταντινουπόλεως. Οι νεοχειροτόνητοι ηγεμόνες ελάμβαναν μίαν εξ αυτών από τον Σουλτάνον ως βραβείον του Διερμηνευτικού επαγγέλματός των. Καθείς παρελάμβανε μεθ' εαυτού στίφος συγγενών και φίλων εις την υπουργίαν του, και όλαι ομού συνδεμένοι με τους ισχυρότερους των εντοπίων αρχόντων κατέτρωγαν τους υπηκόους των. Αι συχναί αλλαγαί των αυθεντιών επερίσσευαν το κακόν. Έν μόνον καλόν απελάμβαναν αι μητροπόλεις Βουκουρέστιον και Ιάσιον, ότι Έλληνες όντες οι ηγεμόνες ηνάγκαζαν και τους εντοπίους να ομιλώσι την ελληνικήν γλώσσαν και να τη σπουδάζωσι, και διετήρουν πάντοτε Ελληνικά σχολεία με διδασκάλους, εκ των οποίων τινές ωφέλησαν εκείθεν όλον το Ελληνικόν γένος", (Κ. Κούμας, Ιστορίαι..., τ. 12 σελ. 523).
 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου