Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Στρατηγός Μακρυγιάννης, ορθά κοφτά τα λόγια του σαν τα βέλη του πολεμιστή...


Γράφει η Δήμητρα Ρετσινά Φωτεινίδου

Μια εκπληκτική μορφή του επαναστατημένου ελληνισμού του 1821, ένα αιώνιο σύμβολο τιμής και αγωνιστικότητας είναι ο Ρουμελιώτης στρατηγός Μακρυγιάννης. Ο Μακρυγιάννης δεν είχε πάει ποτέ του σχολείο και έτσι παρέμεινε αγράμματος, ώσπου μεγάλος πια, βάλθηκε να μάθει γράμματα για να γράψει… Και τί έγραψε! Το αριστούργημα της νεώτερης ελληνικής ιστοριογραφίας. Τα Απομνημονεύματά του είναι το διαμάντι της λογοτεχνίας μας, γιατί η ιστορία του είναι τόσο αληθινή όσο ζωντανός είναι ο λόγος που την αφηγείται. Περιεχόμενο και τεχνική άρρηκτα δεμένα σε ένα ιστορικό , επικό αφήγημα που σου κόβει την ανάσα από την αρχή μέχρι το τέλος.

Ο Μακρυγιάννης αντιπαθούσε τις φατρίες και …καλά έκανε. Ήθελε ενιαία, κεντρική διοίκηση και όχι σφετερισμό της εξουσίας από μεμονωμένα πρόσωπα που εξυπηρετούσαν δικά τους πάθη. Στο στρατιωτικό του βίο είχε κάνει όρκο, μαζί με τους συναγωνιστές του να υπηρετούν την πατρίδα, και έτσι ως γνήσιος πατριώτης ο Μακρυγιάννης δεν χαρίστηκε ούτε στους καπεταναίους ούτε στους αφεντάδες. Στο κεφάλαιο 6 των Απομνημονευμάτων του περιγράφει φοβερές σκηνές του εμφυλίου πολέμου που ταλαιπώρησε τους Έλληνες αγωνιστές στο Άργος, στο Ναύπλιο, στην Τροπολιτζά. Ο ίδιος πρωταγωνίστησε σε πολλά γεγονότα και διαπιστώνουμε από τα γραφόμενά του, αλλά και από άλλες πηγές της εποχής εκείνης, ότι ενεργούσε πάντα προς την κατεύθυνση της συνδιαλλαγής, της ομόνοιας και της συμφιλίωσης. Αυτές άλλωστε είναι οι ανώτερες αξίες ενός έθνους.  Ας δούμε κάποια αποσπάσματα από το ίδιο το κείμενο του Μακρυγιάννη:
Ἦρθα ἐδῶ. Ἦταν τὸ Βουλευτικὸν σῶμα. Στάθηκα καμπόσες ἡμέρες, παρουσιάστηκα καὶ τοὺς εἶπα: «Δὲν ματαθέλομε ὅλοι ὅσοι ἤρθαμε νὰ ξέρωμε ἀπὸ καπεταναίους, ὅ,τι διαταγὲς εἶναι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐκεῖνο εἴμαστε πρόθυμοι νὰ κάμωμε, νὰ πᾶμε ὀμπρός». Εἶχα καὶ συντρόφους ὅλους διαλεμένους πατριῶτες. Ζήτησε δύναμη ὁ Κολοκοτρώνης, ὅτ᾿ ἦταν μέλος ῾στὸ Ἐκτελεστικὸ σῶμα καὶ κυβερνοῦσε τὴν πατρίδα. Ἦταν αὐτός, ὁ Πετρόμπεγης, ὁ Σωτήρη Χαραλάμπης κι᾿ ὁ Μεταξᾶς. Τότε ἔμαθα τί ἦταν φατρία, καθὼς θὰ ἰδῆτε.


Ο Μακρυγιάννης αρχίζει να περιγράφει τις εμφύλιες έριδες των ετών 1823- 1824. Χρησιμοποιεί το επίθετο πατριώτες συχνά ειρωνικά!

Σὲ ὀλίγες ἡμέρες μαθαίνω ὅτι εἰς τὴν Πελοπόννησο ἄνοιξε φατρία ὁ Κολιόπουλος κι᾿ ἄλλοι μὲ τῆς Κυβερνήσεως τὸ μέρος καὶ οἱ Ντεληγιανναῖγοι, Ζαΐμης, Λονταῖγοι μὲ τ᾿ ἄλλο. Ρωτᾶμε ἐμεῖς τί πράμα εἶναι αὐτὴ ἡ φατρία (δὲν τὴν ξέραμε εἰς τὴν πατρίδα μας αὐτείνη τὴν λέξη, ξέραμε ὅμως ἄλλες προκοπές, καπεταναίικες). Μᾶς λένε: «Μεράστηκαν οἱ καλοὶ πατριῶτες νὰ προκόψουν τὴν πατρίδα», – κι᾿ ὅλος ὁ τόπος γιομάτος Τούρκους. Μὲ διατάζουν τότε κ᾿ ἐμένα νὰ πάρω τοὺς ἀνθρώπους μου καὶ νὰ πάγω μὲ τὸ μέρος τῆς Κυβέρνησης, νὰ ῾περασπίζωμαι τὸ Ἐκτελεστικὸν (ἀπὸ τ᾿ ἄλλο μέρος ἦταν τὸ Βουλευτικόν). Μὲ τὸ Βουλευτικὸν ἦταν τὸ δίκιον καὶ ἡ πατρίδα. Οἱ ἄλλοι ἤθελαν νὰ ρουφοῦνε τὰ ἐθνικὰ καὶ μάλλωναν. Δὲν ἤξερε κανεὶς τί νὰ κάμη. Ἤμουν ἄμαθος ἀπὸ τέτοια. Μὲ διατάζουν νὰ πάγω κ᾿ ἐγὼ νὰ δοκιμάσω αὐτὸ τὸ καλό, νὰ φάγω φατρία μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους μου. Τοὺς εἶπα: «Δὲν ὁρκίστηκα, ὅταν ὁρκίστηκα νὰ σηκώσουμε ντουφέκι νὰ πάγω κ᾿ ἐγὼ νὰ πολεμήσω, μὲ Ρωμαίγους εἴπαμε; Μὲ Τούρκους. Καὶ δὲν πᾶμε». Δὲν θέλησα νὰ πάγω. Μὲ βάσταξαν ἐκεῖ, εἰς Ἀνάπλι, καὶ στείλαν ἄλλους.

Στηλιτεύει τη στάση των καπεταναίων της Πελοποννήσου, οι οποίοι είχαν σηκώσει μπαϊράκι. Είναι χαρακτηριστικό ότι αποτρέπει τον γιο του Κολοκοτρώνη, τον Γενναίο , από μια επίθεση ενάντια στον Νοταρά, στα Τρίκαλα Κορινθίας, όταν ο Γενναίος του εκμυστηρεύθηκε ότι ήθελε να κλέψει την αδελφή του Νοταρά να την κάνει γυναίκα του.

Ἐγὼ ἀκούγοντας αὐτό, θέλησα ῾λικρινώς νὰ τὸν συβουλέψω, τοῦ εἶπα: «Γυναίκα θὰ τὴν πάρεις ἢ μορόζα; – Μοῦ λέγει, γυναίκα. – Σὰ θὰ τὴν πάρης γυναίκα, πάρε καὶ μίαν καντιποτένια, φτάνει νὰ εἶναι ὄμορφη νὰ σὲ εὐκαριστάγη, ὅτι σὰν πάρωμε ἐμεῖς τὸ βίον κ᾿ ἐσὺ ἐκείνη ξερή, τί τὴν θέλεις καὶ τί ζωὴ θὰ ζήσῃς μ᾿ αὐτείνη καὶ μὲ τοὺς συγγενεῖς της καὶ μὲ τοὺς χωργιανούς της; Κάλλιον ν᾿ ἀποχτᾶς φίλους καὶ νὰ μετρᾶς, κι᾿ ὄχι τοιούτους. Πρόσεξε νὰ μὴν φύγωμε ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ γενοῦμε ἄλλοι τοιοῦτοι χερότεροι».

Ο Μακρυγιάννης δεν χαρίζεται σε κανέναν, ούτε οπλαρχηγό ούτε «ευγενή», αφέντη.  Η παρακάτω σκηνή είναι εξαιρετικά αποκαλυπτική για το ήθος των …αρχόντων(!) αλλά και για την αξιοπρέπεια του Μακρυγιάννη:


Ὅταν φτάσαμε εἰς τὸν Ἁγιώργη, ἦταν ἐκεῖ ὁ Νοταρᾶς κι᾿ ὁ Λόντος κι᾿ ὁ θεῖος τοῦ ὁ Ἀντρέας. Εἶχαν τῆς Κόρθος τᾶς προσόδους κ᾿ ἔπρεπε νὰ πλερώσουνε τὰ στρατέματα. Σὰν ἔφυγα ἀπὸ τοὺς Κολοκοτρωναίους, ἡ νέα Διοίκηση διάταξε τὸν Νοταρὰ τὸν Γιάννη νὰ μᾶς πλερώση. Πάγω μίαν ἡμέρα εἰς τὸ κονάκι του, τὸν βρίσκω καὶ τυραγνοῦσε ἕναν πολίτη, τέτοιον τυραγνισμὸν δὲν τὸν ξέραν νὰ τοῦ κάμουν μήτε οἱ Κατζαντωναῖοι ὁποῦ ῾ταν λησταί. Δεμένος ὁ πολίτης, κεφάλι κι᾿ ὁ κῶλος ἕνα, καὶ τοῦ γύρευαν χρήματα. Τότε σιχάθηκα ὅλως διόλου τὸ Ρωμαίικο, ὅτι μάθαμε ὅλοι τὴν ληστείαν γενικῶς. Τοῦ μίλησα αὐτεινοῦ τοῦ εὐγενῆ ὅτι δὲν εἶναι καλὰ τὰ τοιούτα: «Ὅτι ὅταν βλέπουν ἐσᾶς ὁποῦ κάνετε τοιούτα οἱ ἄλλοι, οἱ μικροί, θὰ φᾶνε ζωντανοὺς ἀνθρώπους». Σᾶς λέγω ὡς τίμιος ἄνθρωπος, εἶχα ὡς τότε μεγάλο σέβας καὶ ῾σ αὐτοὺς καὶ τοὺς σιχάθηκα νὰ μὴν τοὺς βλέπω, κι᾿ ἀναθεμάτισα τὴν λευτερίαν, ὁποῦ θὰ κάμωμε μ᾿ αὐτοὺς ὅλους…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου