Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Ars longa, vita brevis... Artios = complete, άρτιος. Longus = dolihos, δόλιχος, λόγγος. Vita = live = livas, λίβας, λιβός = ζωντανός. Brevis = brief, brefys, βρεφύς, βραχύς, βρέφος!


Η προέλευση της λέξης άνθρωπος καθομολογείται ως εκπορευόμενη από το  άνω - θρώσκω. Το ρήμα θρώσκω έχει μια πορεία καταγωγής από το ρ. ύω, το οποίο δασύνεται. (Οι ψιλές και οι δασείες που χρησιμοποιούνται στο πολυτονικό σύστημα φυσικά σημαίνουν την προφορά της λέξης και αποδεικνύουν τη ρίζα πολλών εννοιών. Για το λόγο αυτό είναι χρήσιμο να ξαναγίνουν μέρος της παιδείας μας, επίσημα από το ελληνικό κράτος). Από το ύω προέρχεται το ρ. ρύω και το ρ. ρέω, ουρώ, ορούω. Επίσης ίδιας ρίζας είναι το ρ. όρνυμι, που σημαίνει ορμώ, εφορμώ, ξεσηκώνομαι, επαναστατώ (εξ' ου και το όνομα Ορέστης) και τα ρ. θόρνυμι και θρώσκω. Το τελευταίο σημαίνει σηκώνομαι προς τα πάνω, πετάγομαι, αναπηδώ, σκιρτώ, αλλά και επιβαίνω, βατεύω, γεννώ. 

Όπως μας αναφέρει αναλυτικά ο ακαταπόνητος ερευνητής της ελληνικής γλώσσας και συγγραφέας Γ. Πρινιανάκης στο βιβλίο του Γλώσσα ελληνική: Η Γλώσσα των γλωσσών εκδ. Παπαζήση, η λ. θορός ή θόρος δηλώνει το γονιμοποιό σπέρμα. Σύμφωνα με τον αρχαίο λεξικογράφο Ησύχιο, ο θόρος σημαίνει βάτης, αφροδισιαστής, οχεία, έκκρισις του σπέρματος. Και θορειν (Ησ.) = πηδησαι, ορμησαι, οχευσαι. Και θόρνυσθαι (Ησ.) = γενναν, μίγνυσθαι, οχεύεσθαι, σπερμαίνειν. Όλες επίσης οι λέξεις που προηγούνται και παράγουν το ρ. θρώσκω δηλώνουν υγρότητα, ροή, αλλά και διέγερση, ορμή, μένος. Εξ' ου και Θούριος ύμνος! Σύμφωνα με τον κ. Πρινιανάκη η ετυμολογία της λέξης άνθρωπος από το άνω(!) θρώσκω είναι λανθασμένη. Ο ίδιος προτείνει μια άλλη ετυμολογική προέλευση, με την οποία και συμφωνώ.

Η ερμηνεία της προέλευσης μιας λέξης πρέπει να αποδίδει το κυρίαρχο ή αποκλειστικό χαρακτηριστικό της και να διασταυρώνεται πολλαπλώς. Έτσι για τον άνθρωπο, το κυριάρχο χαρακτηριστικό του είναι το έλλογον, αυτός που έχει λόγο, ομιλία και λογική. Ο αρθρώνων ή αναρθρών όπα, δηλάδή φωνή έλλογη. Εξάλλου, όταν ο άνθρωπος είναι μικρός, είναι νήπιος και έλλοπας, δηλαδή του ελλείπει ο λόγος (νήπιος = νη έπος = όχι λόγος). Επίσης όταν είναι μωρό δεν μπορεί να μιλήσει (μωρό = μη ερόν, από τον μέλλοντα του ρ. λέγω, ερώ). Φυσικά αυτός που δεν μιλάει είναι και μωρός και μωρουλός και μουρλός!

Και ο Πλάτων στον Κρατύλο (399γ) αναφέρει ότι το όνομα άνθρωπος σημαίνει ο αναρθών ά όπωπεν, δηλαδή αυτός που αρθρώνει λόγο για εκείνα τα οποία έχει δει. Ο τύπος όπωπα (όπως και ο τύπος εώρακα) είναι παρακείμενος του ρ. ορώ. Είναι γνωστό ότι στον Κρατύλο διαχέεται ένα ειρωνικό και παιγνιώδες πνεύμα. Πάντως εδώ η προσέγγιση είναι εν μέρει σωστή. Ο άνθρωπος λοιπόν αρθρώνει λόγο, ο οποίος βγαίνει από το στόμα. Η λ. όπα ή οπά είναι δωρική. Στην ιωνική και στην ομηρική απαντάται και ως όπη. Στους Ομηρικούς Ύμνους ακόμη βρίσκουμε τον τύπο όπις -ιδος, που δηλώνει το μάτι ή τον οφθαλμό, ως τα πανθ' ορά.  Η ρίζα της λ. όπα, δηλαδή το οπ- μας δίνει τη λ. οπή, η οποία δεν είναι ακριβώς η τρύπα. Η οπή δηλώνει το άνοιγμα μέσα από οποίο βλέπουμε. Επίσης ως οπή με τη γενικότερη έννοια χαρακηρίζεται και το στόμα. Στομφάζω, μιλώ με στόμφο. Μπούκα, bucca, bucino, που σημαίνει σαλπίζω με μικρή σάλπιγγα, που καταφανώς έχει σχέση με τον ήχο. Η λ. οπή δίνει τη λ. όπα, που δηλώνει το έπος = λόγος. Φυσικά και η λ. έπος προέρχεται από τη λ. όπα

Το συμπέρασμα είναι ότι στις λέξεις όπα - οπή - όπη - έπος - όπις έχουμε νοηματική ταύτιση του ανοίγματος, του βλέπειν και του ηχειν. Για το λόγο αυτό η λ. όπα και οπά δηλώνει ταυτόχρονα τον ήχο και το άνοιγμα. Σύμφωνα με τον Ησύχιο: οπά = θυρίς η εκ του κεράμου και φωνήν, και όπα γηρύοντες = φωνήν φθεγγόμενοι. Οψ (η ρίζα οπ- με κατάληξη ς, όπ-ς =οψ), (Ησ.) = όψις, οφθαλμός ή φωνή. Η δωρική λέξη όπα ή μάλλον η όμοια ιωνική όπη μας είναι περισσότερο γνωστή ως δεύτερο συνθετικό του ονόματος της Μούσας Καλλιόπης. Η λ. Καλλιόπη δηλώνει τη με κάλλος φθεγγόμενη, την καλλίοπο,την ομιλούσα με καλλιέπεια. Η Μούσα Καλλιόπη είναι η προστάτιδα Μούσα της καλλιέπειας, της ηδυέπειας, της ορθοέπειας, με άλλα λόγια είναι η Μούσα του λόγου, της λογοτεχνίας, της τέχνης του λέγειν. 




  

Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

Αισχύλου Χοηφόροι (γ' μέρος) Aeshylus, Choiforoi, (third part) An arhaic concept about justice.






Αἰσχύλου
Χοηφόροι
(ed. Herbert Weir Smyth, 1926)




Ἠλέκτρα                                                                                                                 [ α’ ἐπεισ.
δμωαὶ γυναῖκες, δωμάτων εὐθήμονες,
ἐπεὶ πάρεστε τῆσδε προστροπῆς ἐμοὶ                                                                         85
πομποί, γένεσθε τῶνδε σύμβουλοι πέρι·
τί φῶ χέουσα τάσδε κηδείους χοάς;
πῶς εὔφρον᾽ εἴπω, πῶς κατεύξομαι πατρί;
πότερα λέγουσα παρὰ φίλης φίλῳ φέρειν
γυναικὸς ἀνδρί, τῆς ἐμῆς μητρὸς πάρα;                                                                      90
τῶνδ᾽ οὐ πάρεστι θάρσος, οὐδ᾽ ἔχω τί φῶ,
χέουσα τόνδε πέλανον ἐν τύμβῳ πατρός.
ἢ τοῦτο φάσκω τοὔπος, ὡς νόμος βροτοῖς,
ἔσθλ᾽ ἀντιδοῦναι τοῖσι πέμπουσιν τάδε
στέφη, δόσιν γε τῶν κακῶν ἐπαξίαν;                                                                           95

ἢ σῖγ᾽ ἀτίμως, ὥσπερ οὖν ἀπώλετο
πατήρ, τάδ᾽ ἐκχέασα, γάποτον χύσιν,
στείχω καθάρμαθ᾽ ὥς τις ἐκπέμψας πάλιν
δικοῦσα τεῦχος ἀστρόφοισιν ὄμμασιν;

τῆσδ᾽ ἐστὲ βουλῆς, ὦ φίλαι, μεταίτιαι·                                                                      100
κοινὸν γὰρ ἔχθος ἐν δόμοις νομίζομεν.
μὴ κεύθετ᾽ ἔνδον καρδίας φόβῳ τινός.
τὸ μόρσιμον γὰρ τόν τ᾽ ἐλεύθερον μένει
καὶ τὸν πρὸς ἄλλης δεσποτούμενον χερός.
λέγοις ἄν, εἴ τι τῶνδ᾽ ἔχοις ὑπέρτερον.                                                                     105

Χορός
αἰδουμένη σοι βωμὸν ὡς τύμβον πατρὸς
λέξω, κελεύεις γάρ, τὸν ἐκ φρενὸς λόγον.
Ἠλέκτρα
λέγοις ἄν, ὥσπερ ᾐδέσω τάφον πατρός.
Χορός
φθέγγου χέουσα κεδνὰ τοῖσιν εὔφροσιν.
Ἠλέκτρα
τίνας δὲ τούτους τῶν φίλων προσεννέπω;                                                               110
Χορός
πρῶτον μὲν αὑτὴν χὤστις Αἴγισθον στυγεῖ.
Ἠλέκτρα
ἐμοί τε καὶ σοί τἄρ᾽ ἐπεύξομαι τάδε;
Χορός
αὐτὴ σὺ ταῦτα μανθάνουσ᾽ ἤδη φράσαι.
Ἠλέκτρα
τίν᾽ οὖν ἔτ᾽ ἄλλον τῇδε προστιθῶ στάσει;
Χορός
μέμνησ᾽ Ὀρέστου, κεἰ θυραῖός ἐσθ᾽ ὅμως.                                                               115
Ἠλέκτρα
εὖ τοῦτο, κἀφρένωσας οὐχ ἥκιστά με.
Χορός
τοῖς αἰτίοις νῦν τοῦ φόνου μεμνημένη
—
Ἠλέκτρα
τί φῶ; δίδασκ᾽ ἄπειρον ἐξηγουμένη.
Χορός
ἐλθεῖν τιν᾽ αὐτοῖς δαίμον᾽ ἢ βροτῶν τινα
—
Ἠλέκτρα
πότερα δικαστὴν ἢ δικηφόρον λέγεις;                                                                      120
Χορός
ἅπλῶς τι φράζουσ᾽, ὅστις ἀνταποκτενεῖ.
Ἠλέκτρα
καὶ ταῦτά μοὐστὶν εὐσεβῆ θεῶν πάρα;
Χορός
πῶς δ᾽ οὐ τὸν ἐχθρὸν ἀνταμείβεσθαι κακοῖς;

Ἠλέκτρα
κῆρυξ μέγιστε τῶν ἄνω τε καὶ κάτω,                                                                         124
<ἄρηξον,> Ἑρμῆ χθόνιε, κηρύξας ἐμοὶ                                                                  
τοὺς γῆς ἔνερθε δαίμονας κλύειν ἐμὰς                                                                   
εὐχάς, πατρῴων δωμάτων ἐπισκόπους,
καὶ Γαῖαν αὐτήν, ἣ τὰ πάντα τίκτεται,
θρέψασά τ᾽ αὖθις τῶνδε κῦμα λαμβάνει·
κἀγὼ χέουσα τάσδε χέρνιβας βροτοῖς
λέγω καλοῦσα πατέρ᾽, “ἐποίκτιρόν τ᾽ ἐμὲ                                                               130
φίλον τ᾽ Ὀρέστην· πῶς ἀνάξομεν δόμοις;
πεπραμένοι γὰρ νῦν γέ πως ἀλώμεθα
πρὸς τῆς τεκούσης, ἄνδρα δ᾽ ἀντηλλάξατο
Αἴγισθον, ὅσπερ σοῦ φόνου μεταίτιος.
κἀγὼ μὲν ἀντίδουλος· ἐκ δὲ χρημάτων                                                                     135
φεύγων Ὀρέστης ἐστίν, οἱ δ᾽ ὑπερκόπως
ἐν τοῖσι σοῖς πόνοισι χλίουσιν μέγα.
ἐλθεῖν δ᾽ Ὀρέστην δεῦρο σὺν τύχῃ τινὶ
κατεύχομαί σοι, καὶ σὺ κλῦθί μου, πάτερ·
αὐτῇ τέ μοι δὸς σωφρονεστέραν πολὺ                                                                      140
μητρὸς γενέσθαι χεῖρά τ᾽ εὐσεβεστέραν.

ἡμῖν μὲν εὐχὰς τάσδε, τοῖς δ᾽ ἐναντίοις
λέγω φανῆναί σου, πάτερ, τιμάορον,
καὶ τοὺς κτανόντας ἀντικατθανεῖν δίκῃ.
ταῦτ᾽ ἐν μέσῳ τίθημι τῆς καλῆς ἀρᾶς,                                                                       145
κείνοις λέγουσα τήνδε τὴν κακὴν ἀράν·
ἡμῖν δὲ πομπὸς ἴσθι τῶν ἐσθλῶν ἄνω,
σὺν θεοῖσι καὶ γῇ καὶ δίκῃ νικηφόρῳ.
”

τοιαῖσδ᾽ ἐπ᾽ εὐχαῖς τάσδ᾽ ἐπισπένδω χοάς.
ὑμᾶς δὲ κωκυτοῖς ἐπανθίζειν νόμος,                                                                          150
παιᾶνα τοῦ θανόντος ἐξαυδωμένας.
Χορός
ἵετε δάκρυ καναχὲς ὀλόμενον
ὀλομένῳ δεσπότᾳ
πρὸς ἔρυμα τόδε κακῶν, κεδνῶν τ᾽
ἀπότροπον ἄγος ἀπεύχετον                                                                                         155
κεχυμένων χοᾶν. κλύε δέ μοι, κλύε, σέ-
βας ὦ δέσποτ᾽, ἐξ ἀμαυρᾶς φρενός.
ὀτοτοτοτοτοτοτοῖ,
ἴτω τις δορυ-
σθενὴς ἀνήρ, ἀναλυτὴρ δόμων,                                                                                  160
Σκυθικά τ᾽ ἐν χεροῖν παλίντον᾽
ἐν ἔργῳ βέλη ᾽πιπάλλων Ἄρης
σχέδιά τ᾽ αὐτόκωπα νωμῶν ξίφη.
Ἠλέκτρα
ἔχει μὲν ἤδη γαπότους χοὰς πατήρ·
νέου δὲ μύθου τοῦδε κοινωνήσατε·                                                                             165
Χορός
λέγοις ἄν· ὀρχεῖται δὲ καρδία φόβῳ.
Ἠλέκτρα
ὁρῶ τομαῖον τόνδε βόστρυχον τάφῳ.
Χορός
τίνος ποτ᾽ ἀνδρός, ἢ βαθυζώνου κόρης;
Ἠλέκτρα
εὐξύμβολον τόδ᾽ ἐστὶ παντὶ δοξάσαι.                                                                        170
Χορός
πῶς οὖν; παλαιὰ παρὰ νεωτέρας μάθω.
Ἠλέκτρα
οὐκ ἔστιν ὅστις πλὴν ἐμοῦ κείραιτό νιν.
Χορός
ἐχθροὶ γὰρ οἷς προσῆκε πενθῆσαι τριχί.
Ἠλέκτρα
καὶ μὴν ὅδ᾽ ἐστὶ κάρτ᾽ ἰδεῖν ὁμόπτερος
—
Χορός
ποίαις ἐθείραις; τοῦτο γὰρ θέλω μαθεῖν.                                                                 175
Ἠλέκτρα
αὐτοῖσιν ἡμῖν κάρτα προσφερὴς ἰδεῖν.
Χορός
μῶν οὖν Ὀρέστου κρύβδα δῶρον ἦν τόδε;
Ἠλέκτρα
μάλιστ᾽ ἐκείνου βοστρύχοις προσείδεται.
Χορός
καὶ πῶς ἐκεῖνος δεῦρ᾽ ἐτόλμησεν μολεῖν;
Ἠλέκτρα
ἔπεμψε χαίτην κουρίμην χάριν πατρός.                                                                   180
Χορός
οὐχ ἧσσον εὐδάκρυτά μοι λέγεις τάδε,
εἰ τῆσδε χώρας μήποτε ψαύσει ποδί.
Ἠλέκτρα
κἀμοὶ προσέστη καρδίας κλυδώνιον
χολῆς, ἐπαίσθην δ᾽ ὡς διανταίῳ βέλει·
ἐξ ὀμμάτων δὲ δίψιοι πίπτουσί μοι                                                                             185
σταγόνες ἄφρακτοι δυσχίμου πλημμυρίδος,
πλόκαμον ἰδούσῃ τόνδε· πῶς γὰρ ἐλπίσω
ἀστῶν τιν᾽ ἄλλον τῆσδε δεσπόζειν φόβης;
ἀλλ᾽ οὐδὲ μήν νιν ἡ κτανοῦσ᾽ ἐκείρατο,
ἐμὴ δὲ μήτηρ, οὐδαμῶς ἐπώνυμον                                                                             190
φρόνημα παισὶ δύσθεον πεπαμένη.
ἐγὼ δ᾽ ὅπως μὲν ἄντικρυς τάδ᾽ αἰνέσω,
εἶναι τόδ᾽ ἀγλάισμά μοι τοῦ φιλτάτου
βροτῶν Ὀρέστου
—σαίνομαι δ᾽ ὑπ᾽ ἐλπίδος.

φεῦ.
εἴθ᾽ εἶχε φωνὴν εὔφρον᾽ ἀγγέλου δίκην,                                                                 195
ὅπως δίφροντις οὖσα μὴ ᾽κινυσσόμην,
ἀλλ᾽ εὖ ᾽σαφήνει τόνδ᾽ ἀποπτύσαι πλόκον,
εἴπερ γ᾽ ἀπ᾽ ἐχθροῦ κρατὸς ἦν τετμημένος,
ἢ ξυγγενὴς ὢν εἶχε συμπενθεῖν ἐμοὶ
ἄγαλμα τύμβου τοῦδε καὶ τιμὴν πατρός.                                                                 200

ἀλλ᾽ εἰδότας μὲν τοὺς θεοὺς καλούμεθα,
οἵοισιν ἐν χειμῶσι ναυτίλων δίκην
στροβούμεθ᾽· εἰ δὲ χρὴ τυχεῖν σωτηρίας,
σμικροῦ γένοιτ᾽ ἂν σπέρματος μέγας πυθμήν.

καὶ μὴν στίβοι γε, δεύτερον τεκμήριον,                                                                     205
ποδῶν ὅμοιοι τοῖς τ᾽ ἐμοῖσιν ἐμφερεῖς
—
καὶ γὰρ δύ᾽ ἐστὸν τώδε περιγραφὰ ποδοῖν,
αὐτοῦ τ᾽ ἐκείνου καὶ συνεμπόρου τινός.
πτέρναι τενόντων θ᾽ ὑπογραφαὶ μετρούμεναι
εἰς ταὐτὸ συμβαίνουσι τοῖς ἐμοῖς στίβοις.                                                                210
πάρεστι δ᾽ ὠδὶς καὶ φρενῶν καταφθορά.

Ὀρέστης
εὔχου τὰ λοιπά, τοῖς θεοῖς τελεσφόρους
εὐχὰς ἐπαγγέλλουσα, τυγχάνειν καλῶς.
Ἠλέκτρα
ἐπεὶ τί νῦν ἕκατι δαιμόνων κυρῶ;
Ὀρέστης
εἰς ὄψιν ἥκεις ὧνπερ ἐξηύχου πάλαι.                                                                        215
Ἠλέκτρα
καὶ τίνα σύνοισθά μοι καλουμένῃ βροτῶν;
Ὀρέστης
σύνοιδ᾽ Ὀρέστην πολλά σ᾽ ἐκπαγλουμένην.
Ἠλέκτρα
καὶ πρὸς τί δῆτα τυγχάνω κατευγμάτων;
Ὀρέστης
ὅδ᾽ εἰμί· μὴ μάτευ᾽ ἐμοῦ μᾶλλον φίλον.
Ἠλέκτρα
ἀλλ᾽ ἦ δόλον τιν᾽, ὦ ξέν᾽, ἀμφί μοι πλέκεις;                                                            220
Ὀρέστης
αὐτὸς καθ᾽ αὑτοῦ τἄρα μηχανορραφῶ.
Ἠλέκτρα
ἀλλ᾽ ἐν κακοῖσι τοῖς ἐμοῖς γελᾶν θέλεις.
Ὀρέστης
κἀν τοῖς ἐμοῖς ἄρ᾽, εἴπερ ἔν γε τοῖσι σοῖς
Ἠλέκτρα
ὡς ὄντ᾽ Ὀρέστην τάδε σ᾽ ἐγὼ προσεννέπω;
Ὀρέστης
αὐτὸν μὲν οὖν ὁρῶσα δυσμαθεῖς ἐμέ·                                                                        225
κουρὰν δ᾽ ἰδοῦσα τήνδε κηδείου τριχὸς
ἰχνοσκοποῦσά τ᾽ ἐν στίβοισι τοῖς ἐμοῖς                                                                    228
ἀνεπτερώθης κἀδόκεις ὁρᾶν ἐμέ.                                                                              
σκέψαι τομῇ προσθεῖσα βόστρυχον τριχὸς                                                             
σαυτῆς ἀδελφοῦ σύμμετρον τὠμῷ κάρᾳ.                                                                 
ἰδοῦ δ᾽ ὕφασμα τοῦτο, σῆς ἔργον χερός,                                                                   231
σπάθης τε πληγὰς ἠδὲ θήρειον γραφήν.
ἔνδον γενοῦ, χαρᾷ δὲ μὴ ᾽κπλαγῇς φρένας·
τοὺς φιλτάτους γὰρ οἶδα νῷν ὄντας πικρούς.
Ἠλέκτρα
ὦ φίλτατον μέλημα δώμασιν πατρός,                                                                       235
δακρυτὸς ἐλπὶς σπέρματος σωτηρίου,
ἀλκῇ πεποιθὼς δῶμ᾽ ἀνακτήσῃ πατρός.
ὦ τερπνὸν ὄμμα τέσσαρας μοίρας ἔχον
ἐμοί· προσαυδᾶν δ᾽ ἐστ᾽ ἀναγκαίως ἔχον
πατέρα τε, καὶ τὸ μητρὸς ἐς σέ μοι ῥέπει                                                                  240
στέργηθρον· ἡ δὲ πανδίκως ἐχθαίρεται·
καὶ τῆς τυθείσης νηλεῶς ὁμοσπόρου·
πιστὸς δ᾽ ἀδελφὸς ἦσθ᾽, ἐμοὶ σέβας φέρων
μόνος· Κράτος τε καὶ Δίκη σὺν τῷ τρίτω
πάντων μεγίστῳ Ζηνὶ συγγένοιτό σοι.
 
Μετάφραση:  
Πρώτο Επεισόδιο. Ηλέκτρα:
Γυναίκες σκλαβωμένες, των οίκων μας οικονόμοι,
καθώς είστε σε αυτή την τελετή, την πομπή μαζί μου,
δώστε μου τις συμβουλές σας. 
Τί να πω τώρα που χύνω αυτές τις σπονδές,
που προσφέρω τις χοές ως φρονίδα;
Τί να μιλήσω για  καλό, τί να προσευχηθώ για τον πατέρα μου;
....
Η Ηλέκτρα απογοητευμένη και ταπεινωμένη απο όσα συμβαίνουν γύρω της και κυρίως απο την προδοσία της μητέρας της κλαίει στο μνήμα του πατρός της, καθώς φέρνει τις νεκρικές χοές, τον πέλανον, δηλαδή το μείγμα απο αλεύρι, μέλι και λάδι που προσφέρονταν στους νεκρούς. Τέτοιο μείγμα προσφέρονταν σε τελετουργίες και στους θεούς. Βέβαια ο Αγαμέμνων, ο νεκρός πατέρας της, ο δολοφονημένος απο το χέρι της ίδιας της της μάνας, της Κλυταιμνήστρας με τη βοήθεια του Αίγισθου, στο ρόλο του ηθικού αυτουργού, δεν ήταν ούτε άγιος ούτε καν ηθικός. Μάλιστα είχε διατάξει τη θυσία της κόρης του Ιφιγένειας, που ήταν και αδελφή της Ηλέκτρας. Όμως η Ηλέκτρα είναι ρεαλίστρια και κοιτάζει το παρόν και το μέλλον της. Θέλει να σωθεί! Απεχθάνεται την εξουσία του Αίγισθου και της Κλυταιμνήστρας και επιθυμεί να γλυτώσει πάση θυσία από αυτούς. Μόνη της ελπίδα είναι ο Ορέστης, ο αδελφός της που ήταν εξόριστος και τον περιμένει να πάρει εκδίκηση... Ακόμη εδώ σε αυτή την τραγωδία, όπως και στην προηγούμενη Αγαμέμνων, το δίκαιο είναι αρχαϊκό. Δηλαδή δεν βασιλεύει ο Νόμος αλλά η απόφαση της εκδίκησης... Στην επόμενη τραγωδία της τριλογίας, στις Ευμενίδες, ο Νόμος παίρνει τη θέση που αρμόζει σε μια πολιτισμένη κοινωνία.

Η στιγμή της αναγνώρισης των δύο αδελφών, της Ηλέκτρας και του Ορέστη, είναι συγκλονιστική. Η Ηλέκτρα αναγνωρίζει τα σημάδια: τον βόστρυχο (πλεξούδα) και τους στίβους (πατημασιές, ίχνη) το δεύτερο τεκμήριο, όπως λέει το αρχαίο κείμενο. Στον στίχο 220 η Ηλέκτρα αναρωτιέται μήπως ο ξένος της πλέκει κάποιο δόλο. Όμως ο Ορέστης την καθησυχάζει δείχνοντάς της το ύφασμα που είχε κεντήσει η ίδια με θέμα κυνηγιού (θήρειον γραφήν) και το είχε δώσει στον αδελφό της. Η Ηλέκτρα συγκινημένη αποκαλεί τον αδελφό της φίλτατον μέλημα, δηλαδή αγαπημένη φροντίδα, σπέρμα σωτήριον, αλκή, δηλαδή δύναμη. Βασικά η Ηλέκτρα τα έχει χαμένα. Τον αποκαλεί πατέρα και η ίδια νιώθει σαν μάνα του.  "Το μητρός ες σε μοι ρέπει στέργηθρον". Αμέσως θυμάται τη μάνα της και της βγαίνει ο θυμός.... Το σημαντικότερο είναι ότι για αυτήν ο Ορέστης είναι ο πιστός αδελφός της. Ο μόνος που της προκαλεί το σέβας. "Εμοί σέβας φέρων μόνος". Του εύχεται το Κράτος και η Δίκη και ο Δίας κυρίως, να τον συντροφεύουν και να του συμπαραστεκονται. 

 
 

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Πολιτικός Αισχύλος, β' μέρος, Χοηφόροι. Choiphori, a political play by Aeshylus.


Η τριλογία του Αισχύλου Ορέστεια αποτελείται από τις τρεις τραγωδίες: Αγαμέμνων , Χοηφόροι, Ευμενίδες. Στο πρώτο μέρος αυτού του αφιερώματος στον πολιτικό Αισχύλο, είδαμε καποιες πτυχές από το δράμα Αγαμέμνων. Στο δεύτερο μέρος θα δούμε κάποια σημεία από το έργο Χοηφόροι, που σημαίνει φέρω χοές, σπονδές στους νεκρούς και στην προκειμένη περίπτωση ο νεκρός είναι ο βασιλιάς Αγαμέμνων, δολοφονημένος από την Κλυταιμνήστρα και τον Αίγισθο. 
Η σύνδεση των Χοηφόρων με την τραγωδία Αγαμέμνων γίνεται στην τελευταία με μια αναφορά του Χορού στον Ορέστη (στ. 1665) και στον ερχομό του στο Άργος από την εξορία του στη Φωκίδα. Πρόκειται για προοικονομία: ο δαίμων (δηλαδή ο Απόλλων) Ορέστην δεύρο απευθύνη μολείν. Γυρνώντας απο την εξορία του στο Άργος ο Ορέστης θα εκδικηθεί για το φόνο του πατέρα του... Συμπαραστάτης του θα είναι η αδελφή του Ηλέκτρα. 
Ας ακούσουμε τον Ορέστη στον πρόλογο, δηλαδή στην είσοδό του στη σκηνή: 

Αἰσχύλου
Χοηφόροι
(ed. Herbert Weir Smyth, 1926)
Ὀρέστης
<Ἑρμῆ χθόνιε, πατρῷ᾽ ἐποπτεύων κράτη,
σωτὴρ γενοῦ μοι ξύμμαχός τ᾽ αἰτουμένῳ·
ἥκω γὰρ ἐς γῆν τήνδε καὶ κατέρχομαι.
τύμβου δ᾽ ἐπ᾽ ὄχθῳ τῷδε κηρύσσω πατρὶ
κλύειν, ἀκοῦσαι . . .
                                                                                                                5

*
. . . πλόκαμον Ἰνάχῳ θρεπτήριον.
τὸν δεύτερον δὲ τόνδε πενθητήριον

*
οὐ γὰρ παρὼν ᾤμωξα σόν, πάτερ, μόρον
οὐδ᾽ ἐξέτεινα χεῖρ᾽ ἐπ᾽ ἐκφορᾷ νεκροῦ.>

*
τί χρῆμα λεύσσω; τίς ποθ᾽ ἥδ᾽ ὁμήγυρις                                                                    10
στείχει γυναικῶν φάρεσιν μελαγχίμοις
πρέπουσα; ποίᾳ ξυμφορᾷ προσεικάσω;
πότερα δόμοισι πῆμα προσκυρεῖ νέον;
ἢ πατρὶ τὠμῷ τάσδ᾽ ἐπεικάσας τύχω
χοὰς φερούσας νερτέροις μειλίγματα;                                                                        15
οὐδέν ποτ᾽ ἄλλο· καὶ γὰρ Ἠλέκτραν δοκῶ
στείχειν ἀδελφὴν τὴν ἐμὴν πένθει λυγρῷ
πρέπουσαν. ὦ Ζεῦ, δός με τείσασθαι μόρον
πατρός, γενοῦ δὲ σύμμαχος θέλων ἐμοί.
Πυλάδη, σταθῶμεν ἐκποδών, ὡς ἂν σαφῶς                                                             20
μάθω γυναικῶν ἥτις ἥδε προστροπή.
Ερμή χθόνιε που εποπτεύεις την εξουσία του πατρός μου, γίνε σωτήρας και σύμμαχος σε μένα που στο ζητώ. 
Εχω έρθει στη χώρα αυτή από την εξορία. 
Κάθομαι στην όχθη (στην προεξοχή) του τάφου και μιλώ για να ακούσει ο πατέρας μου.
Φέρω πλεξούδα (πλόκαμο) θρεπτήρια για τον Ίναχο και δεύτερη πενθητήρια για τον πατέρα μου. 
Δεν ήμουν παρών στο θάνατό σου , πατέρα, ούτε εξέτεινα το χέρι στην εκφορά του νεκρού. Πού να κοιτάξω; Τί είναι αυτή η ομήγυρις γυναικών που έρχεται φορώντας μελανά φορέματα; Για ποια συμφορά πρόκειται; Μήπως νέα (συμφορά) στους δόμους (στα παλάτια) ενέσκηψε; 
Ή μήπως φέρουν χοές που είναι μειλίγματα για τους νεκρούς; Βλέπω και την Ηλέκτρα να έρχεται προπομπός με πένθος λυγρό. Ω Δία κάνε να εκδικηθώ τη μοίρα του πατρός μου, γίνε σύμμαχος εκούσιος. 
Πυλάδη, ας σταθούμε μακριά (εκποδών) για να μάθω σαφώς περί τίνος πρόκειται αυτή η πομπή γυναικών. 
Σημείωση: η μετάφραση είναι δική μου. Παρατηρήστε την αντίθεση ανάμεσα στον θρεπτήριο και πενθητήριο πλόκαμο. Το εκποδών σε αντίθεση με το εμποδών που σημαίνει στέκομαι εμπόδιο. Το πήμα είναι η συμφορά και οι δόμοι είναι τα παλάτια, τα σπίτια. Η προστροπή είναι η πομπή, η λιτανεία. Τα μειλίγματα είναι τα καταπραϋντικά μείγματα.